Israel

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪzreɪəl/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(izrē əl, -rā-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Israel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (modern country)Ισραήλ ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
 Israel was established in 1948.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Israel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (Bible: people)Ισραήλ ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
Israel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ancient kingdom)Ισραήλ ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
 Israel fell to the Assyrians in 721 BCE.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Israel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am going to Israel for [work, school], am working in Israel, lives in Israel, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Israel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Israel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης