IT

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'IT': /ˌaɪˈtiː/; 'it': /ˈɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪt/ ,USA pronunciation: respelling(it)


Σε αυτή τη σελίδα: IT, it, information technology
Ο όρος 'IT' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'information technology'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'IT' is an alternate term for 'information technology'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
IT nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (information technology)τεχνολογία πληροφοριών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  πληροφορική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
IT n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." initialism (relating to information technology)της τεχνολογίας πληροφοριών περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  της πληροφορικής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (inanimate thing) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Your book? It's on the table.
 Το βιβλίο σου; Είναι πάνω στο τραπέζι.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (direct object)τον, την, το αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Η οριστική αντωνυμία για άψυχα αντικείμενα αντιστοιχεί σε τρία γένη.
 He brought it to the party.
 Το έφερε στο πάρτυ.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (after preposition)του, της, του αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  αυτόν, αυτή, αυτό αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 She put the book on it.
 Έβαλε το βιβλίο πάνω του.
 Έβαλε το βιβλίο πάνω σε αυτό.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (indirect object)του, της, του αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 I gave it a push.
 Του έδωσα μια σπρωξιά.
it nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (circumstances) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 How is it going?
 Πώς πάει;
 Πώς τα πας;
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (impersonal subject of to be) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Αντικαθίσταται με απρόσωπη σύνταξη.
 It is important to remember who your friends are.
 Είναι σημαντικό να θυμάσαι ποιοι είναι οι φίλοι σου.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (weather) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Αντικαθίσταται με απρόσωπη σύνταξη.
 It's raining.
 Βρέχει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
it adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fashionable)ιν επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  μοδάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
it nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (player in children's game: tag)κυνηγάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You're it!
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (animal) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 From the size of the footprints, it must be a big one.
 Κρίνοντας από το μέγεθος τον αποτυπωμάτων, πρέπει να είναι μεγάλο.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (person) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Who is it?
 Ποιος είναι;
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (group) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The crowd dispersed once it left the main square.
 Το πλήθος διαλύθηκε όταν έφυγε από την κεντρική πλατεία.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (emphasis in anticipation) (καθομιλουμένη)εκείνος ακριβώς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It was at that moment that I realized my mistake.
 Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησα το λάθος μου.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." informal (person: special) (ανεπίσημο)αυτός και κανένας άλλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That girl really thinks she's it.
it pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." informal (special quality) (αργκό: το 'χω)το αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (ανεπίσημο)αυτό το κάτι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There's something special about this singer; the boy just has it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
information technology nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (field of computing)πληροφορική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τεχνολογία πληροφοριών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The programmer works in information technology.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Της αρέσει πολύ ο προγραμματισμός, γι' αυτό θέλει να σπουδάσει πληροφορική.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
IT | it | information technology
ΑγγλικάΕλληνικά
get off,
also US: get it off
vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up."
vulgar, slang (have an orgasm)φτάνω σε οργασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It takes me a long time to get off when we have sex in the missionary position.
 Μου παίρνει ώρα να φτάσω σε οργασμό όταν κάνουμε έρωτα στην ιεραποστολική στάση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
IT | it | information technology
ΑγγλικάΕλληνικά
and all that goes with it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (and everything it entails)και όλα όσα συνεπάγεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She gave her sister a birthday party, with cake, ice cream, and all that goes with it.
and all the rest of it exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (etc.)και τα λοιπά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 For Christmas dinner we had roast turkey, Brussels sprouts, and all the rest of it.
as far as it goes exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (the end, last stop)εδώ είναι το τέρμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Everyone get off the bus, this is as far as it goes!
as far as it goes exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (to some extent)όσο γίνεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ως ένα βαθμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This town is all right, as far as it goes, but there are probably better places to raise kids.
as good as it gets exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (the best circumstances)το καλύτερο δυνατό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το καλύτερο που μπορεί να γίνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The smaller football teams have no chance of finishing top of the league, so winning one of the cup competitions instead is as good as it gets.
as I see it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in my opinion) (μεταφορικά)όπως το βλέπω εγώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατά τη γνώμη μου, κατά την άποψή μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  για μένα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λόγιος)κατ' εμέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
as it emerges advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as has transpired)όπως προκύπτει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The truth, as it emerges, is far more complex than anyone could possibly have imagined.
as it is advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." colloquial (as the situation stands)όπως έχουν τα πράγματα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 As it is, we'll be lucky to arrive before dark!
 Όπως έχουν τα πράγματα, θα είμαστε τυχεροί αν φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει!
as it is advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in its current state)όπως έχουν τα πράγματα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We'll have to make do with the vehicle we have, as it is.
 Όπως έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να τα βγάλουμε πέρα με το όχημα που έχουμε.
as it ought to be adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (correct, proper)όπως θα έπρεπε να είναι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She completed her inspection and found that everything was as it ought to be.
as it ought to be advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in an ideal state)σε μία ιδανική περίπτωση, σε ένα ιδανικό σενάριο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Her speech gave us a vision of the world as it ought to be.
as it should be advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (correct, proper state)όπως θα έπρεπε να είναι η κατάσταση επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
as it should be adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in a desirable state)όπως θα έπρεπε να είναι η κατάσταση επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 We felt that the hotel was not as good as it should be for the high price.
as it turns out advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as has transpired)όπως αποδεικνύεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αποδεικνύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The candidate I offered the job to is, as it turns out, my boss's cousin!
 Ο υποψήφιος στον οποίο έδωσα τη θέση είναι, όπως αποδείχθηκε, ξάδερφος του αφεντικού μου!
 Αποδείχθηκε ότι ο υποψήφιος στον οποίο έδωσα τη θέση είναι ξάδερφος του αφεντικού μου!
as it was exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (previous state)όπως ήταν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  όπως ήταν πριν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Harry preferred the room as it was, not with the new decor.
as it were advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." idiom (so to speak)τρόπος του λέγειν επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
as luck would have it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." idiom (fortunately)ευτυχώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 As luck would have it, the bus was late too, so I managed to catch it after all.
ask for [sth] vi + prep figurative, informal (invite: trouble)πάω γυρεύοντας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  το τραβάει ο οργανισμός μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, αγενές)τα θέλει ο κώλος μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: This sense of "ask for" is often used with the continuous form of the verb - e.g., "He was asking for trouble" or "You're asking for it."
 I wouldn't do that if I were you! You're just asking for it.
 Δεν θα το έκανα εάν ήμουν στη θέση σου. Πας γυρεύοντας!
at it adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (having sex) (αργκό)το κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I couldn't sleep because, they were at it all night!
battle it out v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (compete)αγωνίζομαι, συναγωνίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Todd and Tina usually don't compete, but this time they battled it out.
be that as it may exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (despite [sth])όπως και να 'χει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The weather forecast says there will be heavy rain tomorrow. Be that as it may, we will not cancel the open-air concert.
 Το δελτίο καιρού προβλέπει πολλές βροχές αύριο. Όπως και να 'χει, δεν θα ακυρώσουμε την υπαίθρια συναυλία..
beat it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (go away) (αργκό)ξεκουβάλα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  κάντην β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (καθομιλουμένη)φύγε β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  δρόμο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 No, I won't give you any money. Now, beat it!
beat it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (leave, go)την κάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παίρνω δρόμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The police showed up and we knew it was time to beat it.
beat [sb] to it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] before [sb] else)προλαβαίνω κπ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was about to give the answer but she beat me to it.
 Ήμουν έτοιμος να δώσω την απάντηση αλλά με πρόλαβε.
before you know it exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (rapidly, soon)πριν να το καταλάβεις, πριν καλά καλά το καταλάβεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)πριν το πάρεις χαμπάρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)πριν να πεις κύμινο, όσο να πεις κύμινο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Christmas will be here before you know it.
believe it or not exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (though it may seem incredible)είτε το πιστεύεις είτε όχι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, όσο απίστευτο και αν ακούγεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αν θέλεις το πιστεύεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιούνται και στον πληθυντικό.
 Believe it or not, I just won the jackpot in the state lottery!
Blast! Blast it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (annoyance) (καθομιλουμένη)Να πάρει! επίφ
  (καθομ, υβριστικό)Σκατά! επίφ
  (καθομιλουμένη, χυδαίο)Γαμώτο! επίφ
 Blast! I just went and spilled my coffee all over the floor!
 Να πάρει! Μόλις έχυσα τον καφέ μου στο πάτωμα!
blast!,
blast it!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
UK, informal (expressing annoyance) (ενόχληση)αμάν!, όφου!, αχού, ωχού! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
blow it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang, figurative (fail) (μεταφορικά)τα κάνω θάλασσα, τα κάνω μαντάρα, τα κάνω μούσκεμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I totally blew it, and I'm so embarrassed; I don't know when I've performed so badly.
boil it down,
boil it all down
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (reduce to essence)κρατάω μόνο την ουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνοψίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When you boil it all down, you have two choices: In or out.
break it down v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (analyze the situation)αναλύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω λιανά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
break it down interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" AU, slang (expressing disbelief)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
break it off v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (relationship: end)τελειώνω μία σχέση εκφρ
 Sarah and John were going to get married next month, but she found he was having an affair and broke it off.
Break it up! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (stop fighting)Κόφτε το! επίφ
 You can't fight in this bar. Break it up or I'll call the police and they'll break it up for you.
Bring it on! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (eagerness)άντε ντε! επίφ
Bring it on! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (challenge to fight)έλα να δούμε! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you think you can do better, bring it on!
 Αν νομίζεις ότι μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα, έλα να δούμε!
call it a day v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (stop doing [sth](καθομιλουμένη)σταματώ δραστηριότητα ρ εκφρ
 I've been working for hours, I'm going to call it a day.
call it quits v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (stop, end) (καθομιλουμένη)τα παρατάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm too tired to continue; I'm calling it quits.
Can it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, impolite (shut up!) (αγενές)βούλωσ' το!, ράψ'το! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (προσβλητικό)σκάσε! ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σκασμός! ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  βγάλε το σκασμό! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Can it! I don't want to hear another word from you!
 Σκάσε! Δε θέλω να ακούσω ούτε λέξη από σένα!
 Σκασμός! Δε θέλω να ακούσω ούτε λέξη από σένα!
 Βγάλε τον σκασμό! Δε θέλω να ακούσω ούτε λέξη από σένα!
carry it off v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (succeed in [sth])καταφέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)βγάζω πέρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I was terrified at performing for a crowd, but I carried it off.
carry it off v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (clothing: look attractive in) (μεταφορικά: ρούχο)υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μου πηγαίνει, μου πάει, μου ταιριάζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Not many women could get away with that outfit, but she can carry it off.
catch it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be punished or reprimanded)τιμωρούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)τα ακούω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
chance it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (take a chance or risk)ρισκάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  διακινδυνεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I could see no obvious other way out, so I chanced it and jumped. Don't chance it; take sensible precautions.
 Δεν μπορούσα να βρω κάποιον άλλο εμφανή τρόπο διεξόδου κι έτσι ρίσκαρα και πήδηξα. Μην το ρισκάρεις. Πάρε λογικές προφυλάξεις.
check it out interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US, slang (look)κοίτα, δες επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (ανεπίσημο)τσέκαρε επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Check it out, man! That car's just too cool.
 Για κοίτα, φίλε! Αυτό το αυτοκίνητο είναι τέλειο!
come off it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (skeptical)Έλα τώρα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come off it! Do you honestly expect me to run a marathon?
consider it done interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (agreeing to a request to do [sth](καθομιλουμένη)έγινε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I know you want the report finished tonight, so just consider it done.
cool it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, figurative (calm down) (αργκό)χαλάρωσε, άραξε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κούλαρε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Cool it, kid, or you're going to get in trouble.
 Χαλάρωσε μικρέ, αλλιώς θα μπλέξεις.
cool it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang, figurative (calm down) (αργκό)χαλαρώνω, αράζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κουλάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
be all it's cracked up to be,
be what it's cracked up to be
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be as good as claimed)είμαι τόσο καλός όσο λένε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Often used in the negative.
 That film's not all it's cracked up to be; I didn't enjoy it at all!
credit where it's due,
to give credit where it's due
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(expressing reluctant praise) (καθομιλουμένη)για να λέμε και του στραβού το δίκιο εκφρ
 She wasn't the nicest boss, but credit where it's due, she did increase profits.
cut it fine v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (allow very little margin)μόλις που προλαβαίνω, προλαβαίνω παρά τρίχα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  προλαβαίνω στο τσακ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κτ παρά τρίχα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είμαι οριακά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We need to be at the airport for midday; we'll be cutting it fine if we don't leave by 10.
cut it out interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (stop it) (αργκό)κόφτο, σταμάτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Oi! You! Yes you! Cut it Out! Stop doing that or I'll stop you!
cut it out v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (stop: doing [sth](αργκό)κόφτο, σταμάτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
cutting it close,
cutting it fine
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative (finishing just in time) (ανεπίσημο: οριακά, ίσα ίσα)τσίμα τσίμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  στο τσακ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Damn it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, potentially offensive (expressing annoyance) (καθομιλουμένη)να πάρει, να πάρει η οργή, να πάρει η ευχή επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομιλουμένη, προσβλητικό)να πάρει ο διάολος επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομιλουμένη, υβριστικό)γαμώτο επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Damn it! I hit my knee on the desk again!
 Να πάρει! Χτύπησα ξανά το γόνατό μου στο θρανίο!
Damn it to hell! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, potentially offensive (anger) (καθομιλουμένη)να πάρει! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομιλουμένη, προσβλητικό)αϊ στο διάολο!, αϊ στο διάβολο! επίφ
  (καθομιλουμένη, υβριστικό)γαμώτο! επίφ
 "Damn it to hell!" I yelled, as the ball slipped through my fingers once again.
Darn!,
Darn it!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
US, informal, euphemism (damn)Να πάρει!, Φτου! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Να πάρει ο διάολος! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Mary stubbed her toe. "Darn!" she exclaimed.
 Η Μαίρη χτύπησε το δάχτυλο του ποδιού της. Να πάρει!, Φτου! αναφώνησε.
Deal with it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (accept reality)πάρτο απόφαση, δέξου το έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You don't like your job? Deal with it! - you need the money.
 Δεν σου αρέσει η δουλειά σου; Πάρ' το απόφαση! Χρειάζεσαι τα λεφτά.
dish it out v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, slang (be critical, abusive) (αργκό, μεταφορικά)τα χώνω, τη λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can dish it out well enough, but you don't like it when someone attacks you.
 Εσύ μια χαρά τα χώνεις, αλλά δεν σου αρέσει όταν σου τη λένε.
DIY nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, colloquial, initialism (do-it-yourself)Κάν' το μόνος σου, Φτιάξ' το μόνος σου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (η δουλειά που κάνω)μαστόρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
 I'm staying at home this weekend for a little DIY on the house.
do-it-yourself nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (home improvement) (στο σπίτι)κατασκευές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  εργασίες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
do-it-yourself adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK ([sth] done by amateur)προχειροφτιαγμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Did you see that patio? - it must have been a do-it-yourself job!
do it yourself v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK (carry [sth] out alone)φτιάχνω μόνος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Hyphens are used when the term is or precedes a noun.
 If you want it done properly, call an electrician; don't try to do it yourself.
 Αν θες να γίνει κανονικά κάλεσε έναν ηλεκτρολόγο και μην το φτιάχνεις μόνος σου.
It doesn't matter interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (it's not important)Δεν πειράζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Δεν έγινε τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "I forget to buy the milk." "It doesn't matter. I'll stop by the supermarket on the way back from work."
don't mention it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (you're welcome)δεν κάνει τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μην το συζητάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "Thanks so much for all your help." "Don't mention it! It was no trouble."
 «Σ' ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σου.» «Δεν κάνει τίποτα! Δεν μου ήταν κόπος.»
drop it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (stop talking about it) (ανεπίσημο)παράτα το, άστο το, κόφ'το έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't want to discuss the subject any more – please drop it.
 Δε θέλω να το συζητήσω άλλο, άστο σε παρακαλώ.
drop it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (stop talking about [sth])παρατάω, αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)το κόβω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He kept mentioning my marriage problems so I asked him to drop it.
 Επέμενε να αναφέρει τα προβλήματα του γάμου μου και του ζήτησα να το κόψει.
duke it out v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, slang (decide [sth] by a fist-fight)παλεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παίζω ξύλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The two boxers are scheduled to duke it out on Friday.
Easy does it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (go slowly, be careful)Με το μαλακό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Face it. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (accept reality)κατάλαβέ το, αποδέξου το περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Face it, Peter – you're just not a very good singer. Face it - your mother's gone and nothing you do can bring her back.
 Κατάλαβε το, Πέτρο - απλά δεν είσαι πολύ καλός τραγουδιστής. Αποδέξου το - η μητέρα σου πέθανε και δεν μπορείς να τη φέρεις πίσω με τίποτα.
fake it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (pretend to do [sth])προσποιούμαι, παριστάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)το παίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
far be it from me to do [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (express reluctance to do [sth])δεν πρόκειται να κάνω κτ εκφρ
  δεν θέλω να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (όταν πω κάτι)δεν το λέω για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
far from it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (not at all)καθόλου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με τίποτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καμία σχέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Am I bored since I retired? Far from it! I'm busier than ever!
fight it out v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (resolve [sth])τσακώνομαι, διαφωνώ, μαλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Just fight it about between you – I don't care any more!
floor it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (depress the accelerator) (αργκό, μτφ)το σανιδώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)πατάω τέρμα το γκάζι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When the light turned green, he floored it and the car sped away.
foot it vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (walk)περπατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πάω με τα πόδια, πηγαίνω με τα πόδια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The car has broken down, so we'll have to foot it.
for it,
in for it
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
informal (in trouble)έχω πρόβλημα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  (καθομιλουμένη)την πατάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
for the fun of it exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (purely for enjoyment)για πλάκα, για διασκέδαση επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (αργκό)για χαβαλέ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 They love taking a drive in the country just for the fun of it.
for the hell of it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for no particular reason)χωρίς αιτία, για το τίποτα, χωρίς λόγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He often says hello to strangers in the street just for the hell of it.
for what it's worth advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (in my opinion)αν σου λέει κάτι, αν έχει καμιά σημασία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αν αυτό σημαίνει κάτι, ό,τι και αν σημαίνει αυτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (απλή ενημέρωση)έτσι για να ξέρεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πληροφοριακά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I know you won't change, but for what it's worth, I think that skirt looks awful on you.
Forget about it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (don't mention it, you're welcome)κανένα πρόβλημα, δεν πειράζει, δεν κάνει τίποτα, μην το συζητάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Forget about it – it was nothing really. Forget about it! - you don't owe me a thing.
 Μην το συζητάς! Δεν ήταν τίποτα. Μην το συζητάς! Δε μου χρωστάς τίποτα.
Forget about it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (don't worry, it's not important)ξέχνα το, μην το σκέφτεσαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ξεκόλλα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Look, it's not such a big deal that I lied to you, so forget about it already!
 Κοίτα να δεις, δεν είναι και τόσο σημαντικό το ότι σου είπα ψέμματα, γι' αυτό ξέχνα το!
Forget about it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (stop thinking about it)ξέχασε το, μην ασχολείσαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (απαγόρευση)ούτε να το σκέφτεσαι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
forget it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (certainly not)δεν υπάρχει περίπτωση, ξέχασε το επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (αργκό)με την καμία, δεν παίζει β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: επίσης ξέχνα το
 If you think I'm doing the dishes for you again tonight, forget it!
f*** it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" vulgar, offensive, slang (annoyance) (χυδαίο)γάμα το επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Fuck it - I don't understand this question at all!
f*** it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" vulgar, offensive, slang (dismissiveness) (χυδαίο)γάμα το επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Fuck it – let's just stay in tonight as we can't make a decision.
get it vtr + pron slang (understand) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το πιάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He told a joke but I didn't get it.
 Είπε ένα ανέκδοτο, αλλά δεν το έπιασα.
get it on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, slang (have sex) (αργκό)φασώνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω σεξ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
get it over with v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do the unpleasant task now)τελειώνω με κτ ρ αμ + πρόθ
  ξεμπερδεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
 It's best to get it over with now, rather than leave it to the last minute.
get it right v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] correctly)κάνω κτ σωστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω κτ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you can't get it right, don't bother trying!
get it up v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." vulgar, slang (have an erection) (καθομιλουμένη)μου σηκώνεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
get on it v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (do [sth] without delay)κάνω κτ γρήγορα, κάνω κτ αμέσως ρ μ + επίρ
Get over it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (stop making a fuss! forget about it!) (αργκό)ξεκόλλα, ξέχνα το επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 So he left you. Get over it. There are plenty of better men out there anyway.
 Σε άφησε λοιπόν. Ξέχνα το. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλοί καλύτεροι άντρες.
Get with it! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (don't be so old-fashioned) (αργκό)ξεκόλλα επίφ
 Get with it, Mom - nobody says "jeepers" any more!
get with it viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (hurry up) (αργκό)κουνήσου, ξεκουβάλα επίφ
  (καθομιλουμένη)τελείωνε, τέλειωνε επίφ
give it a go exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (try) (δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω)κάνω μια προσπάθεια, κάνω μια απόπειρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσπαθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάνω κάτι πρώτη φορά)κάνω μια δοκιμή ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δοκιμάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Although Brian had never gone kayaking before, he suddenly decided to give it a go.
 Αν και ο Μπράιαν δεν είχε κάνει ποτέ καγιάκ, ξαφνικά αποφάσισε να κάνει μια δοκιμή.
give it a second thought v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (rethink)ξανασκέφτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He dropped what he was doing and went to her without giving it a second thought.
give it to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (reprimand, punish)μαλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)κατσαδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)την λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ εκφρ
Give it up! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (stop trying)Παράτα τα! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Helen is never going to date you--give it up!
 Η Έλεν δε θα βγει ποτέ μαζί σου, παράτα τα!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'IT' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση IT στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'IT'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης