ID

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'ID': /ˌaɪˈdiː/; 'id': /'ɪd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɪd/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'ID': (ī); 'id': (id)



Inflections of 'ID' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
IDs
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Abbreviation for identification, identification documents, or identity only)
ID's
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Abbreviation for identification, identification documents, or identity only)
Inflections of 'id' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": ids (Psychology)
Inflections of 'ID' (v): (⇒ conjugate)
ID's
v 3rd person singular
IDing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
ID'ing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
ID'd
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
IDed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
ID'ed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
ID'd
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
IDed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
ID'ed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: ID, id, I'd

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ID nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (identification)ταυτοποίηση, αναγνώριση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The police got an ID on their suspect.
ID nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (identity)ταυτότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You need two documents to prove your ID in order to open a bank account.
ID nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, abbreviation (identification documents)ταυτότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (γενικά, π.χ. διαβατήριο)πιστοποιητικό ταυτότητας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 When stopped by the police, it's important to have your ID with you.
ID [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal, abbreviation (identify [sb])αναγνωρίζω, ταυτοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The witness tried, but couldn't ID the suspect.
ID [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal, abbreviation (ask [sb] for identification) (από κάποιον)ζητάω ταυτότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The owner of the liquor store always ID's me, even though he knows I'm 22.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ID adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." abbreviation (medical: intradermal)ενδοδερμικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Susan decided to get ID cosmetics injected into her skin because she was tired of always doing her makeup.
ID nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. written, abbreviation (US state: Idaho) (πολιτεία ΗΠΑ)Αϊντάχο ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (σντμ: σε ταχυδρομική διεύθυνση)ID ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
id,
the id
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(psychology)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 They talked about Freud at school, and now every time he does something wrong, he says his id made him do it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
I'd contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial, abbreviation (I would)θα μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
  εγώ θα αντων + μόριο
 I'd like to get married this year.
I'd contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." abbr (I had)είχα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Είχα: αόριστος του ρήματος έχω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ID | id | I'd
ΑγγλικάΕλληνικά
ID card,
I.D. card
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, abbreviation (identity card)ταυτότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (από την αστυνομία)αστυνομική ταυτότητα επίθ + ουσ θηλ
 You'll need to show your ID card to get in.
id est advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (i.e.: that is)με άλλα λόγια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
identification badge,
ID badge
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(label that identifies the wearer)ταμπελάκι αναγνώρισης ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The thieves passed through the security using forged identification badges.
identity card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal document)ταυτότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)δελτίο ταυτότητας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The British government is planning to introduce identity cards for all citizens.
student ID nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbr, informal (document: proof of student's identity)φοιτητική ταυτότητα επίθ + ουσ θηλ
  (για διάφορες εκπτώσεις)φοιτητικό πάσο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ID' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: your ID [photo, picture], an ID number, an ID [badge, card], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ID στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ID'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης