Hebrew

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhiːbruː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhibru/ ,USA pronunciation: respelling(hēbro̅o̅)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Hebrew nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (Hebrew language) (γλώσσα)εβραϊκά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  εβραϊκή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Classes are conducted in Hebrew at that university.
Hebrew adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (Hebraic)εβραϊκός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The school offers courses in the Hebrew language.
Hebrew nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic (Hebrew person, Israelite) (άτομο)Εβραίος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Εβραία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the Bible, the God of the Hebrews revealed himself to Moses.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Hebrew' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Hebrew στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Hebrew'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης