Σε αυτή τη σελίδα: HQ, headquarters
Ο όρος 'HQ' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'headquarters'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'HQ' is an alternate term for 'headquarters'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
HQ,
H.Q.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, initialism (headquarters)αρχηγείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τα κεντρικά φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Back at HQ, the boss was thinking of a new plan.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
headquarters nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (company: head office)τα κεντρικά άρθ ορ + ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Used with a singular or plural verb
 The tech company's headquarters are in California.
headquarters nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: command centre)αρχηγείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση HQ στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'HQ'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης