Greek

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgriːk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/grik/ ,USA pronunciation: respelling(grēk)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Greek adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (from or of Greece)ελληνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Greek food borrows both from Turkish and from more western traditions.
 Η ελληνική κουζίνα δανείζεται στοιχεία και από την τουρκική και από πιο δυτικές παραδόσεις.
Greek nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person)Έλληνας, Ελληνίδα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
 The Greeks were the inventors of democracy.
 Οι Έλληνες ανακάλυψαν τη δημοκρατία.
Greek nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (language)ελληνικά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Greek, not Latin, was the language of Roman emperors.
 Τα ελληνικά, και όχι τα λατινικά, ήταν η γλώσσα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Greek nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not understandable) (μεταφορικά)κινέζικα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (καθομιλουμένη)αλαμπουρνέζικα, ακαταλαβίστικα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Joe shook his head, "It's all Greek to me."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Greek Cypriot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Greek person from Cyprus)Ελληνοκύπριος, Ελληνοκύπρια ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
Greek Cypriot adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of Greek culture in Cyprus)ελληνοκυπριακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (άτομο)Ελληνοκύπριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Greek Orthodox adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to Greek Orthodox Christianity)ελληνοορθόδοξος, ελληνορθόδοξος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (όχι για άτομα)ελληνικός ορθόδοξος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Greek salad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cold dish with feta and olives)χωριάτικη σαλάτα επίθ + ουσ θηλ
  χωριάτικη επίθ ως ουσ θηλ
 For lunch, I had Greek salad, fresh bread to mop up the olive oil, and a glass of retsina.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Greek' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is taking Greek [classes, lessons], a Greek course, [fluent, basic, broken] Greek, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Greek στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Greek'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης