Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Great Basin


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο great παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Great | Basin

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (excellent)τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)απίθανος, φοβερός, τρομερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)άπαιχτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The concert was great!
 Η συναυλία ήταν τέλεια!
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (numerous) (αριθμός, πλήθος κλπ)μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κόσμος, αντικείμενα κλπ)πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There was a great crowd outside the door.
 Υπήρχε μεγάλο πλήθος έξω από την πόρτα.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unusual in intensity)πολύ μεγάλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ: συναίσθημα)πολύ δυνατός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He had a great love for the Scottish Highlands.
 Έτρεφε πολύ δυνατή αγάπη για τα Χάιλαντς της Σκωτίας.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unusual in degree)τεράστιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύ μεγάλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The party was a great success.
 Το πάρτι είχε τεράστια επιτυχία.
 Το πάρτι είχε πολύ μεγάλη επιτυχία.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unusual in power)τεράστιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύ μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her death was a great blow to him.
 Ο θάνατός της ήταν τεράστιο χτύπημα για αυτόν.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (important)μεγάλος, σπουδαίος, σημαντικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Beethoven's Ninth is one of the great pieces of music of its era.
 Η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα από τα μεγάλα έργα της εποχής του.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (eminent)μεγάλος, σπουδαίος, σημαντικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  επιφανής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Churchill was one of Britain's great leaders.
 Ο Τσόρτσιλ ήταν ένας από τους μεγάλους (or: σπουδαίους) ηγέτες της Βρετανίας.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (principal, chief)κεντρικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κυρίως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (ειδικά για χορό)αίθουσα χορού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The ball will be held in the Great Hall.
 Ο χορός θα δοθεί στην κεντρική αίθουσα.
 Ο χορός θα δοθεί στην κυρίως αίθουσα.
 Ο χορός θα δοθεί στην αίθουσα χορού.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very large)τεράστιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 A tsunami is a great wave, often caused by an earthquake or volcano.
 Το τσουνάμι είναι ένα τεράστιο κύμα που προκαλείται συχνά από σεισμό ή ηφαίστειο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lofty)ευγενής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  υψηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He's full of great thoughts.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of good reputation)ξακουστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He came from a great family.
great adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very admirable) (θαυμαστός)υπέροχος, καταπληκτικός, θαυμάσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)φοβερός, τρομερός, τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That was a great speech you gave.
 Υπέροχος (or: Καταπληκτικός) ο λόγος που έβγαλες.
 Φοβερός (or: Τέλειος) ο λόγος που έβγαλες.
great at (doing) [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (expert) (μτφ: σε κτ, στο να κάνω κτ)φοβερός, τρομερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καταπληκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)άπαιχτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)δεν παίζομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She's great at crosswords.
 Είναι φοβερή (or: τρομερή) στα σταυρόλεξα.
 Είναι καταπληκτική στα σταυρόλεξα.
 Είναι άπαιχτη στα σταυρόλεξα.
 Δεν παίζεται στα σταυρόλεξα.
great advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." US, informal (very well)τέλεια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  περίφημα, θαυμάσια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πολύ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You did great.
 Τα πήγες τέλεια.
 Τα πήγες περίφημα (or: θαυμάσια).
 Τα πήγες πολύ καλά.
Great! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (excellent!) (καθομιλουμένη)τέλεια! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  πολύ ωραία! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  άψογα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You got the job? Great!
 Πήρες τη δουλειά; Τέλεια!
 Πήρες τη δουλειά; Πολύ ωραία!
great nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] important)σπουδαία προσωπικότητα, σημαντική προσωπικότητα επίθ + ουσ θηλ
  σπουδαία μορφή, σημαντική μορφή επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)μεγάλη μορφή επίθ + ουσ θηλ
 He's one of history's greats.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bargain)καλή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I chose the car because it was reliable and a great deal.
 Επέλεξα το αυτοκίνητο, καθώς ήταν αξιόπιστο και καλή ευκαιρία.
a great deal,
a good deal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(much, large amount)πολλά επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 I have a great deal to accomplish before the end of the semester.
 Έχω να πετύχω πολλά πριν τελειώσει το εξάμηνο.
a great deal of [sth],
a good deal of [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(large amount of [sth])μεγάλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her presidential campaign had a great deal of success at the local level.
 Η προεδρική της καμπάνια είχε μεγάλη επιτυχία σε τοπικό επίπεδο.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(greatly, very much)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ιδιαίτερα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I value your input a great deal.
 Εκτιμώ πολύ τη βοήθειά σου.
a great deal,
a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(considerably)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I'm feeling a great deal better since I ate some soup.
 Νιώθω πολύ καλύτερα, αφότου έφαγα λίγη σούπα.
a great deal of effort,
a good deal of effort
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(a lot of work)μεγάλη προσπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  υπέρ-προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I put a great deal of effort into this project, and I was really offended when management ignored it.
a great one for doing [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: does [sth] frequently)που συνηθίζει να κάνει κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)που το 'χει με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's a great one for telling stories.
a great time nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (fun, enjoyment) (διασκέδαση)πολύ καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  περίφημα, υπέροχα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Thanks so much for inviting me; I had a great time!
all-time great nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (performer: classic)διαχρονικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
all-time great nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (song, etc.: classic)διαχρονικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει διαχρονική αξία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
at great cost advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at great financial expense)με υψηλό κόστος επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
at great cost advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (involving great sacrifice or loss) (μεταφορικά)με μεγάλο τίμημα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
at great expense advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at great financial cost)με υψηλό κόστος επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 My parents paid my way through four years of college at great expense.
the beyond,
the great beyond
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(the afterlife)η μεταθανάτια ζωή επίθ + ουσ θηλ
  η μετά θάνατον ζωή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)ο άλλος κόσμος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
Britain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (Great Britain)Βρετανία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There will be rain across most parts of Britain this weekend.
 Αυτό το Σαββατοκύριακο θα παρατηρηθούν βροχές στις περισσότερες περιοχές της Βρετανίας.
by a great deal,
by a good deal
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(by a large amount or extent)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 The Indian Ocean is smaller than the Pacific Ocean by a great deal.
the Depression,
the Great Depression
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Great Depression: 1930s economic crisis)η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  η εποχή της μεγάλης ύφεσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Many who grew up in the Great Depression are very frugal.
do great harm v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (hurt [sb] greatly)κάνω μεγάλη ζημιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Smoking can do great harm to your body.
do great harm v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause serious trouble or damage)κάνω μεγάλη ζημιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The hurricane did great harm to the coastline.
GB,
G.B.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (Great Britain: England, Scotland, Wales) (συντομογραφία)ΜΒ, Μ.Β. ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Maxwell shows his British pride with a "GB" bumper sticker on his car.
go to great lengths to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make effort)κάνω μεγάλο κόπο για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φτάνω στα άκρα για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She went to great lengths to help me, and for that I am truly grateful.
go to great pains to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go to a lot of effort to do)προσπαθώ σκληρά να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μοχθώ για κτ ρ αμ + πρόθ
  κοπιάζω για κτ ρ αμ + πρόθ
great abundance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plentiful amount)πληθώρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There always seem to be a great abundance of fools.
great age nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (advanced age, old age)γηρατειά ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Turtles can live to a great age.
great ape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large ape: gorilla, etc.)μεγάλος πίθηκος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Gorillas are without doubt the most powerful and majestic of the great apes.
Great Barrier Reef nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coral structure off Australian coast)μεγάλος κοραλλιογενής ύφαλος της Αυστραλίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Great Bear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (constellation, Ursa Major)Μεγάλη Άρκτος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
great beauty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (very beautiful woman)καλλονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His wife was a great beauty.
great beauty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (immense physical attractiveness)ύψιστο κάλλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The people admired the great beauty of the statue.
great big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (huge)τεράστιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πολύ μεγάλος επίρ + επίθ
 Anna noticed a great big spot on her face.
great blue heron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird: large heron) (επίσημο: είδος ερωδιού)Ardea herodias ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Great Britain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (England, Wales, Scotland)Μεγάλη Βρετανία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 During the Victorian Era, Great Britain had a huge empire.
 Κατά τη διάρκεια της Βικτωριανής εποχής, η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια τεράστια αυτοκρατορία.
great cause nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb], [sth]: deserves charity)ευγενής σκοπός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Great Dane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breed of large dog) (ράτσα σκύλου)μολοσσός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
the Great Depression nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economic crisis of 1930s)η παγκόσμια οικονομική ύφεση της δεκαετίας του '30 περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  η μεγάλη οικονομική ύφεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει σαφώς καθορισμένος όρος.
 We haven't seen this kind of economic turmoil since the Great Depression. My grandparents were children during the Great Depression.
 Δεν έχουμε δει τέτοιου είδους οικονομική αναταραχή από την παγκόσμια οικονομική ύφεση της δεκαετίας του '30. Οι παππούδες μου ήταν παιδιά κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης.
great distance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long way)μεγάλη απόσταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Radio waves are capable of travelling a great distance.
Great Divide nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (American watershed)υδροκρίτης στις ΗΠΑ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
great effort nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hard work, exertion)πολύς κόπος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It was a great effort for her to walk up the hill.
great effort nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sincere attempt)φιλότιμη προσπάθεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They made a great effort to move the heavy rock, but did not succeed.
great egret nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large heron) (πτηνό)αργυροτσικνιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The Great Egret, the largest all-white American heron, is very common in Florida.
Great Expectations nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (19th-century novel by Charles Dickens)Μεγάλες Προσδοκίες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 I had to read 'Great Expectations' at school.
great friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] loved and trusted)καλός φίλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He was a great friend of mine and I will sorely miss him.
great fun adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (enjoyable)πολύ διασκεδαστικός επίρ + επίθ
  φανταστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Our day out at the theme park was great fun.
great grandfather,
great-grandfather
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(father of a grandparent)προπάππος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My great-grandfather fought in the First World War.
great grandmother,
great-grandmother
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mother of a grandparent)προγιαγιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cars hadn't even been invented when my great grandmother was a young girl.
great-grandparent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (parent's grandparent)προπαππούδες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  προπάππους, προγιαγιά ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Each of us has eight great-grandparents.
great grandson,
great-grandson
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(son of a grandchild)δισέγγονος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Great Highland Bagpipe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traditional Scottish wind instrument)σκωτσέζικη γκάιντα επίθ + ουσ θηλ
great horned owl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird with tufted ears)μπούφος της Βιρτζίνια φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
great job nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (success)επιτυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 You did a great job on your math test.
great lady nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woman: prominent)μεγάλη κυρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The president's wife is a great lady.
Great Lakes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." US (group of lakes in North America)Μεγάλες Λίμνες της Βόρειας Αμερικής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Only one of the Great Lakes is entirely within the U.S.; the others form the Canadian border.
great man nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (man who is prominent or influential)μεγάλος άνδρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Napoleon was a great man, although not in terms of stature.
Great minds think alike. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." humorous (We have the same idea.)τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τα μεγάλα πνεύματα... έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
great nephew,
great-nephew
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(son of niece, nephew)γιος ανιψιού, γιος ανιψιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
great power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authority and influence)μεγάλη ισχύς, επιρροή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The Church had great power over the population in the past.
great powers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (politics: leading states) (πολιτική)μεγάλες δυνάμεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The great powers will take up the question at the UN next week.
 Οι μεγάλες δυνάμεις θα δεχθούν την ερώτηση στον ΟΗΕ την επόμενη εβδομάδα.
great price nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (value for money, cheap cost)πολύ καλή τιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εξαιρετική τιμή, φανταστική τιμή, απίθανη τιμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τιμή ευκαιρίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 That's a great price for a machine with those features.
 Είναι πολύ καλή τιμή για ένα μηχάνημα με αυτά τα χαρακτηριστικά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Βρήκα ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο σε τιμή ευκαιρίας και το αγόρασα.
great respect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (esteem)μεγάλος σεβασμός επίθ + ουσ αρσ
 He has always treated me with great respect.
great respect for [sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (high regard for [sb])μεγάλος σεβασμός για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μεγάλη εκτίμηση για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have great respect for people who help others.
 Τρέφω μεγάλο σεβασμό για όσους βοηθάνε τους άλλους.
 Έχω σε μεγάλη εκτίμηση όσους βοηθάνε τους άλλους.
great satisfaction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strong feeling of gratification)έντονη ικανοποίηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Finishing a book written in a foreign language gives me great satisfaction.
great scale nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large dimensions)έκταση, ευρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Great Seal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (symbol on documents)Mεγάλη Σφραγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
great success nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] or [sb] very successful or popular)πολύ επιτυχημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The trade show was a great success, attracting a large number of visitors.
great tit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (green-and-yellow bird) (πτηνό)καλόγερος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
great toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (big toe, largest toe)μεγάλο δάχτυλο ποδιού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
great value nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (well worth the money)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 At £4 each, the tickets are great value as they allow unlimited bus travel throughout the day.
Great Wall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ancient wall in China)Σινικό τείχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A lot of people go to China just to see the Great Wall.
the Great Wall of China,
the Great Wall
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(defensive structure in China)σινικό τείχος επίθ + ουσ ουδ
 A lot of people go to China just to see the Great Wall.
great white shark,
white shark,
great white
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(large fish)λευκός καρχαρίας επίθ + ουσ αρσ
  καρχαρίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
great work nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (job: done well)καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
 Her boss congratulated Chloe on her great work.
great work nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (art: masterpiece)σπουδαίο έργο, μεγάλο έργο επίθ + ουσ ουδ
 The Great Gatsby is one of the great works of American literature.
great-aunt,
grandaunt,
Great-Aunt,
Grandaunt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(grandparent's sister)θεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)αδερφή του παππού, αδερφή της γιαγιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Takes a capital letter when used as a title or term of address
 My great-aunts Cora and Clarice still live in the house they were born in.
great-aunt,
grandaunt,
Great-Aunt,
Grandaunt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(great-uncle's wife)θεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σύζυγος του θείου, γυναίκα του θείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατά λέξη)σύζυγος του αδερφού του παππού, σύζυγος του αδερφού της γιαγιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My great-aunt Nelly is 88 years old.
great-grandchild nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child of grandchild)δισέγγονος, δισεγγονή ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (μόνο πληθυντικός)δισέγγονα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
great-granddaughter,
great granddaughter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(daughter of [sb]'s granddaughter)δισεγγονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tina is the great-granddaughter of a famous artist.
great-grandma nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mother of a grandparent)προγιαγιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
great-grandson nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (son of grandson)δισέγγονος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
great-great-grandfather nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grandfather of a grandparent)προ-προπάππους, προ-προπάππος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
great-great-grandmother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grandmother of a grandparent)προπρογιαγιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
great-great-grandparent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (grandparent of a grandparent)προ-προπάππους, προ-προγιαγιά ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (και οι δύο μαζί)προπαππούδες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
great-great-grandson nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (son of great-grandson)τρισέγγονος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
great-niece,
great niece
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(daughter of niece or nephew)ανιψιά, ανεψιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μικρανιψιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
great-uncle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (brother of one's grandparent)θείος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (κατά λέξη)αδερφός του παππού μου, αδερφός της γιαγιάς μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My great-uncle owns a small farm in Iowa.
Great-Uncle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (term of address: parent's uncle)θείος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Great-Uncle Pete, meet my wife, Mary!
greathearted,
great-hearted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (kind and generous)καλόκαρδος, καλόψυχος, μεγαλόκαρδος, μεγαλόψυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μτφ, καθομ)ένα κομμάτι μάλαμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
in great abundance advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in very large quantity)σε μεγάλη αφθονία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
in great measure advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (largely)σε μεγάλο βαθμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The President's re-election chances are in great measure tied to the health of the economy.
matter of importance,
matter of great importance
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] significant)σημαντικό θέμα επίθ + ουσ ουδ
  (επίσημο, εμφατικός τύπος)θέμα υψίστης σημασίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 I can't play with you now; I have matters of importance to deal with. I need to speak to the President now, it is a matter of great importance!
on a great scale advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (far reaching)εκτενώς, ευρέως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Operations are being conducted on a great scale in order to track down the flight recorder in the aftermath of last week's plane crash.
Sounds great interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (accepting a suggestion or invitation)τέλεια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
Sounds great interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (expressing enthusiasm)τέλεια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  σούπερ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
to a great degree advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (largely, extremely)σε μεγάλο βαθμό, κατά κύριο λόγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He is witty to a great degree and great fun to talk with.
to a great extent advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (largely, extremely)σε μεγάλο βαθμό, κατά κύριο λόγο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
the unwashed,
the great unwashed
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
figurative, pejorative (common people) (καθομ, μειωτικό)ξυπόλυτοι, άπλυτοι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  (σύνολο ανθρώπων)λαουτζίκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  πόπολο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό)χλέμπα, πλέμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Ursa Major,
Great Bear,
Charles Wain
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(constellation)Μεγάλη Άρκτος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I identified Ursa Major on the star chart.
with great care advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very cautiously)με μεγάλη προσοχή επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Surgeons must perform open heart surgery with great care. The old woman walked with great care on the icy pavement.
 Οι χειρούργοι πρέπει να κάνουν εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς με μεγάλη προσοχή. Η ηλικιωμένη γυναίκα περπάτησε με μεγάλη προσοχή στο παγωμένο πεζοδρόμιο.
with great care advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (painstakingly)επιμελώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He cleaned the room with great care.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Great Basin στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Great Basin'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης