Σε αυτή τη σελίδα: E, e

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
E,
e
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fifth letter of alphabet)Ε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Does your last name have two Es or one?
 Το επίθετό σου έχει δύο Ε ή ένα;
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical note) (μουσική νότα)μι ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 If you transpose this to E I think I can sing it.
 Αν το αλλάξεις σε μι, νομίζω πως μπορώ να το τραγουδήσω.
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. written, abbreviation (east) (ανατολή)Α ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The geographical coordinates of France are 46°00 N, 2°00 E.
 Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της Γαλλίας είναι 46°00 Β, 2°00 Α.
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation, slang (drug: ecstasy)έκσταση, ecstasy ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 There was a lot of E going around at the rave last night.
 Κυκλοφορούσε πολύ ecstasy στο ρέιβ πάρτι χθες βράδυ.
E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (school mark)Ε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
e,
e-
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(electronic, on the Internet)e- α' συνθετικό
  ηλεκτρονικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  διαδικτυακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 For example: email, e-book
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
E | e
ΑγγλικάΕλληνικά
B.C.E.,
BCE
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (degree: Bachelor of Chemical Engineering)πτυχίο χημικού μηχανικού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
B.C.E.,
BCE
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism ([sb]: Bachelor of Chemical Engineering)χημικός μηχανικός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
B.C.E.,
BCE
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (degree: Bachelor of Civil Engineering)πτυχίο πολιτικού μηχανικού φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
B.C.E.,
BCE
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism ([sb]: Bachelor of Civil Engineering)πολιτικός μηχανικός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
BCE,
B.C.E.
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
initialism (Before the Common Era)προ Χριστού φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πριν από την Κοινή Χρονολογία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  προ Κοινής Χρονολογίας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
blanket email,
blanket e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic message) (email)πολλαπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ
e-book,
ebook,
eBook
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic book)e-book ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  ηλεκτρονικό βιβλίο επίθ + ουσ ουδ
e-book reader,
e-reader
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(device for reading electronic books)e-book reader, ebook reader, e-reader ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  συσκευή ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 E-book readers are popular among people who commute to work by bus or train.
e-business nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (online buying and selling)ηλεκτρονικό εμπόριο επίθ + ουσ ουδ
  ηλεκτρονικές αγοραπωλησίες επίθ + ουσ θηλ πλ
e-business nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (online company)διαδικτυακή εταιρεία, διαδικτυακή επιχείρηση επίθ + ουσ θηλ
  εταιρεία που προσφέρει τα προϊόντα της διαδικτυακά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
e-cigarette,
also US: e-cigaret
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
colloquial (electronic cigarette)ηλεκτρονικό τσιγάρο επίθ + ουσ ουδ
e-commerce nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet business)ηλεκτρονικό εμπόριο επίθ + ουσ ουδ
e-learning nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (online study)ηλεκτρονική μάθηση επίθ + ουσ θηλ
  e-learning ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
e-learning n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to online study)ηλεκτρονικής μάθησης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  e-learning επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
e-tail nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (selling on Internet)ηλεκτρονικό εμπόριο επίθ + ουσ ουδ
  ηλεκτρονικό λανιεμπόριο επίθ + ουσ ουδ
e-tailer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Internet retailer)έμπορος που ασχολείται με το ηλεκτρονικό εμπόριο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
e-ticket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (electronic ticket)ηλεκτρονικό εισιτήριο επίθ + ουσ ουδ
e.g. advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin, abbreviation (for example) (συντομογραφία)π.χ. β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  λ.χ. β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Eat more fruits that are high in fibre, e.g., prunes and figs.
 Να τρως περισσότερα φρούτα που έχουν υψηλά επίπεδα φυτικών ινών, π.χ. δαμάσκηνα και σύκα.
e'er advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." literary, dated (ever)ποτέ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
ebook,
e-book
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(digital book)ηλεκτρονικό βιβλίο, ψηφιακό βιβλίο επίθ + ουσ ουδ
email,
e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic message)email ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (επίσημο)μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I received an email from John with the directions to the party.
 Έλαβα ένα email από τον Τζον με οδηγίες για το πάρτυ.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα λάβετε απάντηση με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
email,
e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electronic messaging system)υπηρεσία για email, υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)email ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Our server is down and we're without email.
 Ο εξυπηρετητής μας δε λειτουργεί και δεν έχουμε υπηρεσία για email (or: υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).
email,
e-mail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (electronic messaging address)email ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (επίσημο)διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ηλεκτρονική διεύθυνση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you give me your email, I'll send the invitation to you.
 Αν μου δώσεις το email σου, θα σου στείλω την πρόσκληση.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μην ξεχάσετε να συμπληρώσετε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας στην αίτησή σας.
email [sb],
e-mail
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(send electronic message) (επικοινωνώ με υπολογιστή)στέλνω με email περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'll email you tomorrow with the details.
 Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με email.
 Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
email [sb] [sth],
e-mail
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(send: to [sb] via email) (κάτι σε κάποιον)στέλνω με email περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I will email you the directions.
 Θα σου στείλω τις οδηγίες με email.
email [sth] to [sb],
e-mail
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(send: [sth] via email)στέλνω με email, στέλνω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'll email the invoices to all our customers.
 Θα στείλω τα τιμολόγια σε όλους τους πελάτες μας με email.
email address,
e-mail address
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(messaging: account name)ηλεκτρονική διεύθυνση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)διεύθυνση email φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  email ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
emf,
EMF,
E.M.F.,
e.m.f.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (electromagnetic field)ηλεκτρομαγνητικό πεδίο επίθ + ουσ ουδ
emf,
EMF,
E.M.F.,
e.m.f.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (electromotive force) (σντμ: ηλεκτρεγερτική δύναμη)ΗΕΔ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
ER (US),
A&E (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (emergency room)εντατική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (συντομογραφία)ΜΕΘ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Where do you turn for the entrance to the ER?
E.S. nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Education Specialist)εκπαιδευτικός με επιπλέον ειδίκευση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
eta,
ETA,
E.T.A.,
e.t.a.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (estimated time of arrival)αναμενόμενος χρόνος άφιξης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
ezine,
e-zine
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(online magazine)ηλεκτρονικό περιοδικό επίθ + ουσ ουδ
i.e. advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." Latin, abbreviation (id est: that is)δηλαδή μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
  (επίσημο)ήτοι μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 Only one country, i.e., China, voted against the measure.
 Μόνο μια χώρα, η Κίνα δηλαδή, ψήφισε κατά του μέτρου.
online banking,
on-line banking,
e-banking,
UK: internet banking
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(access to bank via internet)online banking ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  διαδικτυακή τραπεζική επίθ + ουσ θηλ
  διαδικτυακές τραπεζικές συναλλαγές, online τραπεζικές συναλλαγές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τραπεζικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Online banking certainly makes bill paying much faster and cheaper than before. I don't receive paper statements any more now I've got internet banking
P/E ratio nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (price-to-earnings ratio)δείκτης τιμής προς κέρδη ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Phys Ed,
Phys. Ed. (US),
P.E.,
PE (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (physical education)φυσική αγωγή επίθ + ουσ θηλ
 Phys Ed is just as important as more academic subjects.
SAE,
S.A.E.,
sae
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, initialism (stamped addressed envelope)φάκελος με προπληρωμένο τέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
SASE,
S.A.S.E.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, initialism (self-addressed stamped envelope)γραμματοσημασμένος αυτοαπευθυνόμενος φάκελος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Stock Exchange Commission,
S.E.C.,
SEC
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(enforces securities laws)Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
vitamin E nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (organic nutrient)βιταμίνη Ε ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Vitamin E oil restores broken and damaged fingernails.
w/e nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. written, abbreviation (weekend)ΣΚ, Σ-Κ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
w/e exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." written, informal, abbreviation (whatever)ότι να'ναι β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  οτιδήποτε β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'E' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the letter E, [starts, begins] with an E, E is the fifth letter of the alphabet, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση E στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'E'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης