Dominican

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dəˈmɪnɪkən/, /dəˈmɪnɪkən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/dəˈmɪnɪkən for 1,3; ˌdɑməˈnikən for 2,4/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(Rel. də mini kən; Geogr. də mini kən for 1, 3; dom′ə nēkən, də mini- for 2, 4)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Dominican adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of the Dominican Republic)δομινικανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Cristino prepared a feast of traditional Dominican foods.
Dominican nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Dominican monk)δομινικανός μοναχός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Dominicans place great importance on common prayer, community life, study, and service.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Dominican Republic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (country in West Indies)Δομινικανή Δημοκρατία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)Άγιος Δομίνικος επίθ + ουσ αρσ κύρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Dominican' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Dominican στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Dominican'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης