Dominica

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌdɒmɪˈniːkə/, /dəˈmɪnɪkə/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dom′ə nēkə, də mini kə)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Dominica nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Caribbean island)Δομινίκα ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Dominica στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Dominica'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης