Bulgaria

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/bʌlˈgɛəriə/, /bʊlˈgɛəriə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(bul gârē ə, bŏŏl-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Bulgaria nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (republic in South East Europe)Βουλγαρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Bulgaria's varied landscape is well suited to trekking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Bulgaria' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Bulgaria στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Bulgaria'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης