Antarctic

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/æntˈɑːrktɪk/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/æntˈɑrktɪk, -ˈɑrtɪk/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ant ärktik, -ärtik)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the Antarctic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (South Pole region)Ανταρκτική ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Penguins in the Antarctic huddle together to keep out the cold.
Antarctic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of, at, near the South Pole)ανταρκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  της Ανταρκτικής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They are measuring the carbon dioxide in air that was trapped in Antarctic surface ice more than 2000 years ago.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Antarctic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Antarctic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Antarctic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης