American

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈmɛrɪkən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈmɛrɪkən/ ,USA pronunciation: respelling(ə meri kən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of the U.S.A.) (των ΗΠΑ)αμερικάνικος, αμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Some people prefer American cars.
 Πολλοί προτιμούν τα αμερικάνικα (or: αμερικανικά) αυτοκίνητα.
American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (citizen of the U.S.A.) (από τις ΗΠΑ)Αμερικάνος, Αμερικανός ουσ αρσ κύρ
  Αμερικάνα, Αμερικανίδα ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Yes, he's an American; he grew up in Ohio.
 Ναι, είναι Αμερικάνος (or: Αμερικανός). Μεγάλωσε στο Οχάιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of the Americas) (Αμερικάνικη Ήπειρος)αμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 In the wider sense, Brazil is an American country.
American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of the American English language)αμερικάνικα επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  αμερικάνικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The British can usually understand American English without problems.
 Οι Βρετανοί συνήθως καταλαβαίνουν τ' αμερικάνικα χωρίς πρόβλημα.
 Οι Βρετανοί συνήθως καταλαβαίνουν τ' αμερικάνικα αγγλικά χωρίς πρόβλημα.
American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (citizen of an American country)Αμερικάνος, Αμερικανός ουσ αρσ κύρ
  Αμερικάνα, Αμερικανίδα ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 My Mexican friends remind me that they are Americans too.
American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (resident of the Western Hemisphere)Αμερικάνος, Αμερικανός ουσ αρσ κύρ
  Αμερικάνα, Αμερικανίδα ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 In one sense, a Canadian is an American as much as any New Yorker.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ABA nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, initialism (law: American Bar Association)Αμερικανικός Δικηγορικός Σύλλογος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
ACLU nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (American Civil Liberties Union)Αμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
African American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (black US citizen)Αφροαμερικανός, Αφροαμερικανή ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  Αφροαμερικανίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Αφροαμερικάνος, Αφροαμερικάνα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Most successful rap music has been produced by African Americans.
 Η πιο επιτυχημένη μουσική ραπ έχει παραχθεί από Αφροαμερικανούς.
African American,
African-American
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(American: of black ancestry) (άτομο)Αφροαμερικανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Αφροαμερικάνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αντικείμενο, ιδέα κλπ)αφροαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Barack Obama was the first African-American President of the USA.
 Ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν ο πρώτος Αφρικανοαμερικανός πρόεδρος των ΗΠΑ.
Afro adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." abbreviation (African-American)αφροαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Afro-American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: black, US)Αφροαμερικάνος, Αφροαμερικανή ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
  Αφροαμερικανός, Αφροαμερικάνα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
Afro-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (black, US)αφροαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
all-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fitting a US ideal)εντελώς αμερικάνικος επίρ + επίθ
  τυπικός αμερικάνικος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The pop star's image is that of the all-American boy.
American cheese nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (processed dairy product)αμερικάνικο τυρί επίθ + ουσ ουδ
American dream nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ideal of prosperity) (μεταφορικά)το αμερικάνικο όνειρο εκφρ
 They are second-generation immigrants who are living the American dream.
 Είναι μετανάστες δεύτερης γενιάς που ζουν το αμερικάνικο όνειρο.
American English nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (language of the US)αμερικάνικα Αγγλικά φρ ως ουσ ουδ πλ
  Αγγλικά των ΗΠΑ φρ ως ουσ ουδ πλ
 There are plenty of spelling differences between American English and British English.
American football nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (North American ball sport)αμερικάνικο ποδόσφαιρο επίθ + ουσ ουδ
 American football is absolutely nothing like British football.
American Indian,
Amerindian,
Amerind
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(relating to American Indians)γηγενής, αυτόχθων επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, πιθανά προσβλητικό)ερυθρόδερμος, ινδιάνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The American Indian exhibit at the museum was structured very well.
 Η έκθεση των ερυθροδέρμων στο μουσείο ήταν πολύ καλά δομημένη.
American Indian,
Amerindian
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(North American native)γηγενής, αυτόχθων επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, πιθανά προσβλητικό)ερυθρόδερμος, ινδιάνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mesa Verde is a park set at the former site of a tribe of American Indians in the south-west U.S.
 Η Μέσα Βέρντε είναι ένα πάρκο που βρίσκεται στον παλιότερο τόπο μιας φυλής ερυθροδέρμων, στα νοτιοδυτικά των Η.Π.Α.
American kestrel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird: North American bird of prey)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The American kestrel, a small falcon, has the same helmet-like facial markings as the larger peregrine falcon.
American redstart nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird: warbler) (πτηνό)αμερικανικός κοκκινούρης επίθ + ουσ αρσ
 The American redstart is the only common wood warbler with orange and black plumage; most warblers are yellow and black.
American Sign Language nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deaf language of North America)Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Anglo-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of England and US)αγγλοαμερικανικός, αγγλοαμερικάνικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Anglo-American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (person of English ancestry)Αγγλοαμερικανός, Αγγλοαμερικανίδα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
  Αγγλοαμερικανός, Αγγλοαμερικάνα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
anti-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hostile to USA)αντιαμερικάνικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Anti-American sentiments are widespread in the country.
ASL nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (American Sign Language)Αμερικανική Νοηματική Γλώσσα φρ ωσ ουσ θηλ
  Νοηματική Γλώσσα ΗΠΑ φρ ωσ ουσ θηλ
Central American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of Central America)της Κεντρικής Αμερικής φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  κεντροαμερικάνικος, κεντροαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
the Civil War,
the American Civil War
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
historical, US (war between US states)Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  αμερικάνικος εμφύλιος επίθ + ουσ αρσ
 The American Civil War broke out in April 1861.
 Ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος ξέσπασε τον Απρίλιο του 1861.
football (US),
American football (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
uncountable (North American ball sport)αμερικάνικο ποδόσφαιρο επίθ + ουσ ουδ
  φούτμπολ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Yes, he plays football; he is a quarterback.
 Ναι, παίζει αμερικάνικο ποδόσφαιρο· παίζει επιθετικός.
football (US),
American football,
American football ball (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sports: oblong ball)μπάλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)μπάλα του ράγκμπι β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He threw the football to his friend.
 Πέταξε την μπάλα στο φίλο του.
football coach (US),
American football coach (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(trainer of American football team)προπονητής φούτμπολ, προπονήτρια φούτμπολ φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
football fan (US),
American football fan (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person who enjoys American football)λάτρης του αμερικάνικου φούτμπολ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's a diehard football fan; if he's not at the game, he's watching it on TV.
football field (US),
American football field (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(for American football)γήπεδο αμερικάνικου ποδοσφαίρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)γήπεδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I drove the length of a football field before my car broke down.
football game (US),
American football game (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(American football match)αγώνας αμερικάνικου ποδοσφαίρου, αγώνας φούτμπολ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)αγώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The Super Bowl is the final football game of the professional league season.
football practice (US),
American football practice (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(American football training)προπόνηση αμερικάνικου ποδοσφαίρου, προπόνηση φούτμπολ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
football season (US),
American football season (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(American football)σεζόν στο αμερικάνικο φούτμπολ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σεζόν του φούτμπολ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
football team (US),
American football team (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(American football players)ομάδα του αμερικάνικου ποδοσφαίρου, ομάδα του φούτμπολ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Indian,
American Indian,
Amerindian,
Native American
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Native American person)Ινδιάνος, Ινδιάνα ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ
 Indians living on reservations may lack educational resources.
 Οι Ινδιάνοι που ζουν σε καταυλισμούς ενδέχεται να έχουν έλλειψη σε εκπαιδευτικές υποδομές.
Indian,
American Indian,
Amerindian,
Native American
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(Native American) (σχετικός με Ινδιάνους)ινδιάνικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We saw a number of people selling Indian blankets beside the road.
 Είδαμε κάποιους ανθρώπους να πουλούν Ινδιάνικες κουβέρτες δίπλα στον δρόμο.
Latin American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (from Central or South America)Λατινοαμερικάνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It was especially popular in Latin American countries such as Mexico, Argentina and Brazil.
Latin American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] from Central or South America)λατινοαμερικάνικος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My work brought me into contact with a lot of Latin Americans living in London.
Mexican-American,
Mexican American
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(US resident of Mexican origin)Αμερικανός με μεξικανική καταγωγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)Μεξικανοαμερικάνος, Μεξικανοαμερικάνή ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Mexican-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of Mexican-American origin)μεξικανοαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Native American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American Indian person)γηγενής αμερικάνος, Ινδιάνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Native American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (American Indian)ινδιάνικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
North American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from the USA or Canada)αμερικάνικος, καναδέζικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I am North American because I was born in the USA.
North American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] from the USA or Canada)Αμερικάνος, καναδός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The North American looked out-of-place in his tourist hat and with a camera around his neck.
plane tree,
American planetree
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(American sycamore)πλάτανος ο δυτικός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The plane tree is a species that is native to North America.
Sino-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (between China and the USA) (ανεπίσημο)αμερικανο-κινεζικός, αμερικανο-κινέζικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μεταξύ Κίνας και Αμερικής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
South American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of or from South America)Νοτιοαμερικανός, Νοτιοαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The llama is a South American animal.
South American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] from South America)Νοτιοαμερικανός, Νοτιοαμερικανή επιθ ως ουσ
  (καθομιλουμένη)Νοτιοαμερικάνος, Νοτιοαμερικάνα επιθ ως ουσ
 Two of the best players on the team are South Americans.
 Δύο από τους καλύτερους παίκτες της ομάδας είναι Νοτιοαμερικανοί.
Spanish American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person of Latin-American descent)Λατινοαμερικάνος, Λατινοαμερικάνα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
Spanish American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person of Spanish descent)ισπανόφωνος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  ισπανικής καταγωγής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Spanish American nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person of Spanish-American country)ισπανόφωνος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
touch football,
also UK: American touch football
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(simplified US football)είδος αμερικάνικου ποδοσφαίρου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Touch football is a version of rugby without tackling.
un-American adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not patriotic to the US)αντιαμερικανικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Some people think it is un-American to question the right to bear arms.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'American' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [typical, stereotype, proud] American, American [Indians, natives, people, children, men, citizens], the [stereotype] American, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση American στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'American'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης