Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Advanced level


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο advanced παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Advanced | level
Σε αυτή τη σελίδα: advanced, advance

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advanced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: ahead of others)προχωρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Jenna is an advanced reader for her age.
 Η Τζέννα έχει προχωρημένες δεξιότητες ανάγνωσης για την ηλικία της.
advanced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (more developed)αναπτυγμένος, ανεπτυγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  προχωρημένος, προηγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 George's reading skills are advanced for his age.
 Οι δεξιότητες ανάγνωσης του Τζωρτζ είναι ανεπτυγμένες για την ηλικία του.
advanced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not basic)για προχωρημένους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Alice easily passed the advanced biology course.
 Η Άλις πέρασε εύκολα το μάθημα βιολογίας για προχωρημένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advanced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ideas: progressive) (καθομιλουμένη)προχωρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Galileo's ideas were advanced for his time.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move forward)προχωρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω πιο μπροστά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μετακινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In the chess game, he advanced his pawn forward two spaces.
 Στην παρτίδα σκάκι, προχώρησε το πιόνι του κατά δύο θέσεις.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (further) (πρόοδος)προωθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω ώθηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He advanced his career by winning clients.
 Προώθησε την καριέρα του κερδίζοντας πελάτες.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (movement forward) (προώθηση)προέλαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advance of the killer bees throughout the country can't be stopped.
 Η προέλαση των μελισσών-δολοφόνων σε όλη τη χώρα δεν μπορεί να εμποδιστεί.
advance adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (issued ahead of schedule)εκ των προτέρων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  προ- α' συνθετικό
 I have an advance copy of tomorrow's newspaper.
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move forward)προχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνεχίζω την πορεία μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (στρατός)προελαύνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The invading army was advancing.
advances nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (progress)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You have made great advances in your English studies.
 Έχεις σημειώσει μεγάλη πρόοδο (or: εξέλιξη) στις σπουδές σου στα Αγγλικά.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (loan)προκαταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 His boss gave him a three hundred dollar advance on his wages.
 Το αφεντικό του του έδωσε τριακόσια δολάρια προκαταβολή από τον μισθό του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
advance adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (placed toward the front)μπροστινός, πρώτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The advance train cars are all first class.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progress)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advance of democracy is a slow one.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase)άνοδος, αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The advance in stock prices continued on strong earnings reports.
advance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attempts at romance)φλερτ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πέσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Linda made it clear that Don's advances were not welcome.
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (increase in value)κινούμαι ανοδικά ρ αμ + επίρ
  (επίσημο)ανέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)ανεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)σημειώνω άνοδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The stock price continued to advance to new highs.
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (improve, progress)βελτιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  προοδεύω, εξελίσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)σημειώνω πρόοδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The child's reading skills are advancing.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (propose) (πρόταση)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά)προτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I have a proposal that I want to advance to you.
 Θα ήθελα να σου κάνω μια πρόταση.
 Θα ήθελα να σου προτείνω κάτι.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hasten)επισπεύδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's advance our departure because a hurricane is coming.
 Ας επισπεύσουμε την αναχώρησή μας, καθώς έρχεται τυφώνας.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (lend)δίνω προκαταβολή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προκαταβάλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His boss advanced him three hundred dollars.
 Το αφεντικό του τού έδωσε προκαταβολή τριακόσια δολάρια.
advance [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (increase)αυξάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη: τιμή)ανεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can advance the price, but you might lose sales.
 Μπορείς να αυξήσεις την τιμή, αλλά ίσως κάνεις λιγότερες πωλήσεις.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
advanced | advance
ΑγγλικάΕλληνικά
advanced age nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (old age)προχωρημένη ηλικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Cataracts are a common eye problem, especially for people of an advanced age.
advanced education nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tertiary or further study)ανώτατη εκπαίδευση επίθ + ουσ θηλ
advanced payment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (received before due)προκαταβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Advanced level' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Advanced level στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Advanced level'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης