Aborigine

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'Aborigine', 'aborigine': /ˌæbəˈrɪdʒɪni/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌæbəˈrɪdʒəni/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'Aborigine', 'aborigine': (ab′ə rijə nē)


Σε αυτή τη σελίδα: aborigine, aboriginal
Ο όρος 'Aborigine' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'aborigine', 'aboriginal'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'Aborigine' is an alternate term for 'aborigine', 'aboriginal'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Aborigine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indigenous Australian)Αβορίγινας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Aborigines are the indigenous people of Australia.
aborigine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (native, indigenous person)αυτόχθονας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Aboriginal,
Aborigine
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Australian Aborigine) (ιθαγενής της Αυστραλίας)Αβορίγινας ουσ αρσ κύρ
  Αβορίγινας της Αυστραλίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Australian Aboriginals made art to tell stories.
aboriginal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (indigenous)ιθαγενής, αυτόχθονας, γηγενής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The aboriginal population of South America was culturally diverse and highly fragmented.
Aboriginal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to indigenous peoples)των Αβορίγινων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Capitalized when referring to Australian or Canadian indigenous peoples.
 Contemporary Aboriginal art builds on an artistic tradition that is hundreds of years old.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Aborigine' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Aborigine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Aborigine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης