A level

Listen:


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
A level nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, often plural (Advanced level: exam)απολυτήριες εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Graham failed all his A levels so was unable to get into university.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A-level exam nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (advanced school-leaving exam) (από το λύκειο)απολυτήριες εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
 Anna did her A-level exams last summer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση A level στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'A level'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης