à la carte

Listen:
 [ɑːlɑːˈkɑːrt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." French (ordering dishes: individually)αλακάρτ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (πιο απλά)από το μενού, από τον κατάλογο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Rather than choosing the set lunch, she decided to order à la carte.
 Αντί να επιλέξει το προκαθορισμένο μεσημεριανό γεύμα, αποφάσισε να παραγγείλει από τον κατάλογο.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." French (menu items: priced individually)από τον κατάλογο, από το μενού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The restaurant offers a wide selection of à la carte menu items.
 Το εστιατόριο προσφέρει ευρεία επιλογή πιάτων από τον κατάλογο.
à la carte advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, French (choosing, buying: individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (όχι όλα μαζί)ξεχωριστά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ένα ένα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Customers can download songs à la carte.
 Η πελάτες μπορούν να κατεβάσουν τραγούδια κατ' επιλογή.
à la carte adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, French (can be purchased individually)κατ' επιλογή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  κατ' επιλογήν φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The website allows people to make à la carte purchases.
 Ο ιστότοπος δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο να πραγματοποιήσει αγορές κατ' επιλογή.
 Σε αυτό τον ιστότοπο υπάρχει η δυνατότητα κατ' επιλογήν αγορών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση à la carte στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'à la carte'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης